ψοφώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψοφώ < ελληνιστική κοινή ψοφῶ (για ζώο), αρχαία ελληνική ψοφέω, -ῶ (κροτώ)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψοφώ

  1. (αμετάβατο, για ζώα) πεθαίνω
  2. (αμετάβατο, για ανθρώπους) πεθαίνω - χρησιμοποιείται ως ένδειξη απέχθειας για τον νεκρό
    δε λέει να ψοφήσει ο παλιάνθρωπος
  3. (αμετάβατο, μεταφορικά) πεθαίνω, έχω φτάσει σε ακραίο σημείο εξάντλησης
    ψοφάει στην πείνα
  4. (μεταφορικά) πεθαίνω, μου αρέσει κάτι πάρα πολύ
    ψοφάει για παρέα
  5. (μεταβατικό, για ζώα) προκαλώ το θάνατο
  6. (μεταβατικό, σε σχήμα υπερβολής) εξουθενώνω σωματικά, προκαλώ πολύ μεγάλη κούραση
    τον ψόφησε στη δουλειά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]