ψυκτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψυκτικός ψυκτική ψυκτικό
γενική ψυκτικού ψυκτικής ψυκτικού
αιτιατική ψυκτικό ψυκτική ψυκτικό
κλητική ψυκτικέ ψυκτική ψυκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψυκτικοί ψυκτικές ψυκτικά
γενική ψυκτικών ψυκτικών ψυκτικών
αιτιατική ψυκτικούς ψυκτικές ψυκτικά
κλητική ψυκτικοί ψυκτικές ψυκτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυκτικός < αρχαία ελληνική ψυκτικός < ψύχω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψυκτικός, -ή, -ό

  • που σχετίζεται με την ψύξη
    το ψυγείο είναι ψυκτική συσκευή
    βάλε το στον ψυκτικό θάλαμο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψυκτικός αρσενικό

  • ο επαγγελματίας που ειδικεύεται σε συσκευές με ψύξη, όπως τα κλιματιστικά και τα ψυγεία
    ο Κώστας σπουδάζει ψυκτικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]