ψυχαγωγία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψυχαγωγία -
γενική ψυχαγωγίας -
αιτιατική ψυχαγωγία -
κλητική ψυχαγωγία -

.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ψυχαγωγία < αρχαία ελληνική ψυχαγωγία < ψυχαγωγός (οδηγός των ψυχών των νεκρών) < ψυχό- + ἀγωγός < ἄγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ψυχαγωγία

  1. διασκέδαση που είναι κυρίως πνευματική ή που πάντως προϋποθέτει και μια πνευματική πτυχή (έννοια που δόθηκε στη λέξη κατά την ελληνιστική εποχή)


32πχ Μεταφράσεις[]