ψυχαγωγικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ψυχαγωγικός ψυχαγωγική ψυχαγωγικό
γενική ψυχαγωγικού ψυχαγωγικής ψυχαγωγικού
αιτιατική ψυχαγωγικό ψυχαγωγική ψυχαγωγικό
κλητική ψυχαγωγικέ ψυχαγωγική ψυχαγωγικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψυχαγωγικοί ψυχαγωγικές ψυχαγωγικά
γενική ψυχαγωγικών ψυχαγωγικών ψυχαγωγικών
αιτιατική ψυχαγωγικούς ψυχαγωγικές ψυχαγωγικά
κλητική ψυχαγωγικοί ψυχαγωγικές ψυχαγωγικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχαγωγικός < αρχαία ελληνική ψυχαγωγικός < ψυχαγωγέω-ῶ < ψυχαγωγός < ψυχή και ἄγω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψυχαγωγικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την ψυχαγωγία, που διασκεδάζει, ευχαριστεί, ξεκουράζει, αποφορτίζει την ψυχική ένταση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]