ψυχαναγκασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ψυχαναγκασμός οι ψυχαναγκασμοί
      γενική του ψυχαναγκασμού των ψυχαναγκασμών
    αιτιατική τον ψυχαναγκασμό τους ψυχαναγκασμούς
     κλητική ψυχαναγκασμέ ψυχαναγκασμοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχαναγκασμός < ψυχή + αναγκάζω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /psi.xa.naŋ.ga.ˈzmɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψυχαναγκασμός αρσενικό

  1. η επιβολή της θέλησης ενός σε κάποιον άλλον με άσκηση ψυχολογικής πίεσης
  2. (ψυχολογία) η σκέψη μιας ιδέας, ενός αισθήματος, μιας τάσης που, ενώ πηγάζει από τον ψυχισμό ενός ατόμου, αντιμετωπίζεται ως αντίθετο του Εγώ του, χωρίς ωστόσο να μπορεί να την περιορίσει ή να απαλλαγεί από αυτήν

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]