ψυχικάρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψυχικάρης ψυχικάρα ψυχικάρικο
γενική ψυχικάρη ψυχικάρας ψυχικάρικου
αιτιατική ψυχικάρη ψυχικάρα ψυχικάρικο
κλητική ψυχικάρη ψυχικάρα ψυχικάρικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψυχικάρηδες ψυχικάρες ψυχικάρικα
γενική ψυχικάρηδων ψυχικάρικων
αιτιατική ψυχικάρηδες ψυχικάρες ψυχικάρικα
κλητική ψυχικάρηδες ψυχικάρες ψυχικάρικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχικάρης < ψυχικό + -άρης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψυχικάρης, -α, -ικο

  1. που κάνει ψυχικό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ελεήμονας, ευσπλαχνικός, οικτίρμων, πονετικός, φιλεύσπλαχνος
  2. (κατ’ επέκταση) (κυρίως το θηλυκό: ψυχικάρα) που έρχεται σε ερωτική επαφή από συμπόνια ή λύπηση
    Έβγαλε αμέτρητες πρωτιές με πρωτοεμφανιζόμενους ερμηνευτές και δημιουργούς, και όλοι τους κάνανε λαμπρή καριέρα στο τραγούδι! Αυτά τα πρωτάκια, (ανάμεσα τους θα αναγνωρίσετε αμέσως τις κατοπινές μεγάλες φίρμες), τα αντιμετωπίζει σαν την ψυχικάρα πόρνη που πρωτοβγάζει στο κλαρί τον τρακαρισμένο έφηβο! (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]