ψυχοαναληπτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψυχοαναληπτικός ψυχοαναληπτική ψυχοαναληπτικό
γενική ψυχοαναληπτικού ψυχοαναληπτικής ψυχοαναληπτικού
αιτιατική ψυχοαναληπτικό ψυχοαναληπτική ψυχοαναληπτικό
κλητική ψυχοαναληπτικέ ψυχοαναληπτική ψυχοαναληπτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψυχοαναληπτικοί ψυχοαναληπτικές ψυχοαναληπτικά
γενική ψυχοαναληπτικών ψυχοαναληπτικών ψυχοαναληπτικών
αιτιατική ψυχοαναληπτικούς ψυχοαναληπτικές ψυχοαναληπτικά
κλητική ψυχοαναληπτικοί ψυχοαναληπτικές ψυχοαναληπτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχοαναληπτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική psychoanaleptique < psycho- (< αρχαία ελληνική ψυχή) + analeptique (< λατινικά analepticus < αρχαία ελληνική ἀναληπτικός < ἀναλαμβάνω < λαμβάνω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψυχοαναληπτικός, -ή, -ό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]