ψυχοθεραπευτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ψυχοθεραπευτής οι ψυχοθεραπευτές
      γενική του ψυχοθεραπευτή των ψυχοθεραπευτών
    αιτιατική τον ψυχοθεραπευτή τους ψυχοθεραπευτές
     κλητική ψυχοθεραπευτή ψυχοθεραπευτές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχοθεραπευτής < Ψυχή + θεραπεύω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψυχοθεραπευτής αρσενικό

  1. Ο γιατρός που έχει ειδικευτεί στην ψυχοθεραπεία.
  2. Ο θεραπευτής των ψυχωτικών και νευρωτικών καταστάσεων

Μεταφράσεις[επεξεργασία]