ψυχοπλακώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχοπλακώνω < ψυχο- (ψυχή) + πλακώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

ψυχοπλακώνω, πρτ.: ψυχοπλάκωνα, στ.μέλλ.: θα ψυχοπλακώσω, αόρ.: ψυχοπλάκωσα, παθ.φωνή: ψυχοπλακώνομαι, μτχ.π.π.: ψυχοπλακωμένος

  1. προκαλώ ψυχικό πλάκωμα, στεναχωρώ υπερβολικά

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]