ψυχοφθόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψυχοφθόρος ψυχοφθόρα ψυχοφθόρο
γενική ψυχοφθόρου ψυχοφθόρας ψυχοφθόρου
αιτιατική ψυχοφθόρο ψυχοφθόρα ψυχοφθόρο
κλητική ψυχοφθόρε ψυχοφθόρα ψυχοφθόρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψυχοφθόροι ψυχοφθόρες ψυχοφθόρα
γενική ψυχοφθόρων ψυχοφθόρων ψυχοφθόρων
αιτιατική ψυχοφθόρους ψυχοφθόρες ψυχοφθόρα
κλητική ψυχοφθόροι ψυχοφθόρες ψυχοφθόρα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχοφθόρος < (λόγιο) ελληνιστική κοινή ψυχοφθόρος.[1] Συγχρονικά αναλύεται σε ψυχο- + αρχαία ελληνική -φθόρος (φθορ(ά) + -ος)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /psi.xɔ'fθɔ.ɾɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

ψυχοφθόρος, -α, -ο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ψυχοφθόρος τὸ ψυχοφθόρον οἱ, αἱ ψυχοφθόροι τὰ ψυχοφθόρα
Γενική τοῦ, τῆς ψυχοφθόρου τοῦ ψυχοφθόρου τῶν ψυχοφθόρων τῶν ψυχοφθόρων
Δοτική τῷ, τῇ ψυχοφθόρῳ τῷ ψυχοφθόρῳ τοῖς, ταῖς ψυχοφθόροις τοῖς ψυχοφθόροις
Αιτιατική τὸν, τὴν ψυχοφθόρον τὸ ψυχοφθόρον τοὺς, τὰς ψυχοφθόρους τὰ ψυχοφθόρα
Κλητική ψυχοφθόρε ψυχοφθόρον ψυχοφθόροι ψυχοφθόρα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ψυχοφθόρω
Γενική-Δοτική ψυχοφθόροιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχοφθόρος < ψυχο- (< ψυχή) + -φθόρος (φθείρω

Επίθετο[επεξεργασία]

ψῡχοφθόρος, -ος, -ον

Πηγές[επεξεργασία]