ψυχοχειρουργική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ψυχοχειρουργική οι ψυχοχειρουργικές
      γενική της ψυχοχειρουργικής των ψυχοχειρουργικών
    αιτιατική την ψυχοχειρουργική τις ψυχοχειρουργικές
     κλητική ψυχοχειρουργική ψυχοχειρουργικές
Σύνήθως στον ενικό.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχοχειρουργική < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική psychosurgery < αρχαία ελληνική ψυχή + χειρουργικός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψυχοχειρουργική θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]