ψυχούλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχούλα < υποκοριστικό του ουσιαστικού ψυχή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψυχούλα θηλυκό

  1. (προς ένδειξη συμπάθειας) η ψυχή ενός ανθρώπου
    η ψυχούλα του το ξέρει τι έχει τραβήξει
  2. ο πολύ ευγενικός, ευαίσθητος, τρυφερός και καλοσυνάτος άνθρωπος που θέλει να βοηθάει τους άλλους από καλοσύνη και συμπόνια, που δεν θέλει να βλάπτει ποτέ και κανέναν


Μεταφράσεις[επεξεργασία]