ψυχο-

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. ψυχο- < αρχαία ελληνική ψυχο- < ψυχή
  2. ψυχο- < ψυχ(ή) + -ο-
  3. ψυχο- < (λόγιο δάνειο) διαγλωσσική ορολογία psycho-

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /psi.xɔ/

Πρόθημα[επεξεργασία]

ψυχο- ή ψυχό- και ψυχ-

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

  • ψυχό- (όταν αναβιβάζεται ο τόνος κατά τη σύνθεση)
  • ψυχ- (όταν ακολουθεί φωνήεν)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχο- < αρχαία ελληνική ψυχο- < ψυχή. Αναλύεται σε ψυχ(ή) + -ο-

Πρόθημα[επεξεργασία]

ψυχο-

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • -ψυχος (με πολλά περισσότερα σύνθετα)
  • και δείτε τη λέξη ψυχή

Σύνθετα[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχο- < ψυχ(ή) + -ο-

Πρόθημα[επεξεργασία]

ψυχο- ή ψυχό- και ψυχ-

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

  • ψυχό- (σπάνιο: όταν αναβιβάζεται ο τόνος κατά τη σύνθεση)
  • ψυχ- (όταν ακολουθεί φωνηεν)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]