Μετάβαση στο περιεχόμενο

ψυχρός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ψυχρός η ψυχρή το ψυχρό
      γενική του ψυχρού της ψυχρής του ψυχρού
    αιτιατική τον ψυχρό την ψυχρή το ψυχρό
     κλητική ψυχρέ ψυχρή ψυχρό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ψυχροί οι ψυχρές τα ψυχρά
      γενική των ψυχρών των ψυχρών των ψυχρών
    αιτιατική τους ψυχρούς τις ψυχρές τα ψυχρά
     κλητική ψυχροί ψυχρές ψυχρά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ψυχρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ψυχρός < ψύχω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /psiˈxɾos/

Επίθετο

[επεξεργασία]

ψυχρός, -ή, -ό

  1. κρύος, του οποίου η θερμοκρασία είναι χαμηλή
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος που δεν εκδηλώνει συναισθήματα, που δεν έχει θέρμη, ζήλο, ενθουσιασμό
      Δεν ήξερε και δεν ήθελε να πουλάει τον εαυτό του. Όλοι έλεγαν πως είναι περίπλοκο ον, ψυχρός, μπλαζέ, απόμακρος, κίλερ επαγγελματίας, φραγκοφονιάς. Κι όμως, αποδείχτηκε πιο αισθαντικός και πιο μπεσαλής από όλους. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  3. (μεταφορικά) που δεν προκαλεί συγκίνηση

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ψυχρός ψυχρᾱ́ τὸ ψυχρόν
      γενική τοῦ ψυχροῦ τῆς ψυχρᾶς τοῦ ψυχροῦ
      δοτική τῷ ψυχρ τῇ ψυχρ τῷ ψυχρ
    αιτιατική τὸν ψυχρόν τὴν ψυχρᾱ́ν τὸ ψυχρόν
     κλητική ! ψυχρέ ψυχρᾱ́ ψυχρόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ψυχροί αἱ ψυχραί τὰ ψυχρᾰ́
      γενική τῶν ψυχρῶν τῶν ψυχρῶν τῶν ψυχρῶν
      δοτική τοῖς ψυχροῖς ταῖς ψυχραῖς τοῖς ψυχροῖς
    αιτιατική τοὺς ψυχρούς τὰς ψυχρᾱ́ς τὰ ψυχρᾰ́
     κλητική ! ψυχροί ψυχραί ψυχρᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ψυχρώ τὼ ψυχρᾱ́ τὼ ψυχρώ
      γεν-δοτ τοῖν ψυχροῖν τοῖν ψυχραῖν τοῖν ψυχροῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'ξηρός' όπως «ξηρός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ψυχρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰes- (φυσώ)[1] + -ρός. Ομόρριζο: ψύχω.

Επίθετο

[επεξεργασία]

ψυχρός, -ά, όν

  1. κρύος, παγερός
  2. άπονος, άκαρδος, αδιάφορος, αναίσθητος
  3. μάταιος, άκαρπος
  4. υπερβολικός

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  1. ψυχρόςhtm@starling σελ. 146, Τόμος 1ος - Pokorny, Julius (1959) Indogermanisches etymologisches Wörterbuch [Ινδογερμανικό (ινδοευρωπαϊκό) ετυμολογικό λεξικό] (στα γερμανικά). Βέρνη, Μόναχο: Francke Verlag. Τόμοι 13.