ψυχωφελής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψυχωφελής ψυχωφελής ψυχωφελές
γενική ψυχωφελούς ψυχωφελούς ψυχωφελούς
αιτιατική ψυχωφελή ψυχωφελή ψυχωφελές
κλητική ψυχωφελή(ής) ψυχωφελής ψυχωφελές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψυχωφελείς ψυχωφελείς ψυχωφελή
γενική ψυχωφελών ψυχωφελών ψυχωφελών
αιτιατική ψυχωφελείς ψυχωφελείς ψυχωφελή
κλητική ψυχωφελείς ψυχωφελείς ψυχωφελή

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχωφελής < ψυχή + -ωφελής (< όφελος, με έκταση λόγω της σύνθεσης)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /psi.xɔfɛ.ˈlis/ αρσενικό ή θηλυκό
ΔΦΑ : /psi.xɔfɛ.ˈlɛs/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

ψυχωφελής, -ής, -ές

  • που συμβάλλει θετικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα
    ψυχωφελές κείμενο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]