ψυχωφελούς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

ψυχωφελούς

  1. ψυχωφελής, στη γενική του ενικού
  2. ψυχωφελές, στη γενική του ενικού