ψωλαρπάχτρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ψωλαρπάχτρα οι ψωλαρπάχτρες
      γενική της ψωλαρπάχτρας των ψωλαρπάχτρων
    αιτιατική την ψωλαρπάχτρα τις ψωλαρπάχτρες
     κλητική ψωλαρπάχτρα ψωλαρπάχτρες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία el

[επεξεργασία]
ψωλαρπάχτρα < ψωλ(ή) + αρπάχτρα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ψωλαρπάχτρα θηλυκό (αρσενικό ψωλαρπάχτρας)

  • (χυδαίο, μειωτικό) γυναίκα που επιδίδεται σε ερωτικές πράξεις με πολλούς και παράλληλους ερωτικούς συντρόφους

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]