ψωμί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψωμί ψωμιά
γενική ψωμιού ψωμιών
αιτιατική ψωμί ψωμιά
κλητική ψωμί ψωμιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψωμί < μεσαιωνική ελληνική ψωμίν < ψωμίον (κομματάκι) < αρχαία ελληνική ψωμός < ψώω (τρίβω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /psɔ.ˈmi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ποικιλίες ψωμιού

ψωμί ουδέτερο

  1. είδος φαγητού που φτιάχνεται από αλεύρι, νερό και άλλα υλικά, και ψήνεται σε φούρνο, ο άρτος
    δεν ζει κανείς μόνο με ψωμί και νερό!
  2. το μεροκάματο
    δουλεύει για να βγάλει το ψωμί του.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • (λαϊκότροπο): η λέξη ψωμί (και παράγωγά της) χρησιμοποιείται σε γενική έννοια, αντί άρτος, δεν υφίσταται καμία διάταξη ή νόμος που να προσδιορίζει τη λέξη "ψωμί", ούτε πινακίδα καταστήματος με τη λέξη ψωμάδικο, αλλά ούτε και επαγγελματίας του είδους που να δέχεται τον όρο ψωμάς.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Ψωμί δεν έχουμε, τυρί ζητάμε

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • ψωμί στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια
  • ψωμί στα Βικιφθέγματα Άρθρο στα Βικιφθέγματα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]