ψωμιέρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψωμιέρα ψωμιέρες
γενική ψωμιέρας
αιτιατική ψωμιέρα ψωμιέρες
κλητική ψωμιέρα ψωμιέρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψωμιέρα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψωμιέρα θηλυκό

  1. θήκη μέσα στην οποία φυλάσσεται το ψωμί για να μην ξεραθεί
  2. σκεύος μέσα στο οποίο σερβίρεται το ψωμί

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]