ψωνίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψωνίζω < μεσαιωνική ελληνική ψωνίζω < ελληνιστική κοινή ὀψωνίζομαι (προμηθεύομαι) < αρχ. ελλην. ὄψον (τρόφιμο) + ὠνέομαι (αγοράζω και εμπορεύομαι)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψωνίζω

  1. αγοράζω, προμηθεύομαι
  2. επιλέγω επαγγελματία εραστή, συνήθως από τον δρόμο
  3. (μεταφορικά) (ειρωνικά) κολλάω (ασθένεια)
  4. (μεταφορικά) (ειρωνικά) βρίσκω, πετυχαίνω
  5. την ψωνίζω: αποκτώ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • την ψωνίζω:
    1. αποκτώ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου
      την ψώνισε και θέλει να γίνει δήμαρχος
    2. τρελαίνομαι (συμπεριφέρομαι ακατάληπτα - σύμφωνα με την κρίση των άλλων)
      την ψώνισε και μονάζει στ' Άγιο Όρος
    3. παθιάζομαι (με κάτι)
      την ψώνισε με την μικρούλα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]