Μετάβαση στο περιεχόμενο

ψόλος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ψόλος οἱ ψόλοι
      γενική τοῦ ψόλου τῶν ψόλων
      δοτική τῷ ψόλ τοῖς ψόλοις
    αιτιατική τὸν ψόλον τοὺς ψόλους
     κλητική ! ψόλε ψόλοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ψόλω
γεν-δοτ τοῖν  ψόλοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ψόλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰes- (τρίβω)[1].

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ψόλος, -ου αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  1. ψόλοςhtm@starling σελ. 146, Τόμος 1ος - Pokorny, Julius (1959) Indogermanisches etymologisches Wörterbuch [Ινδογερμανικό (ινδοευρωπαϊκό) ετυμολογικό λεξικό] (στα γερμανικά). Βέρνη, Μόναχο: Francke Verlag. Τόμοι 13.