ψόφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψόφος ψόφοι
γενική ψόφου ψόφων
αιτιατική ψόφο ψόφους
κλητική ψόφε ψόφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψόφος < αρχαία ελληνική ψόφος (θόρυβος). Η σημασία από τη μεσαιωνική.[1] Δείτε και ψοφώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψόφος αρσενικό

  1. ο θάνατος
    κακό ψόφο να 'χει (βρισιά)
  2. το πολύ κρύο, το ψοφόκρυο
    έκανε ψόφο χτες το βράδυ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψόφος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψόφος αρσενικό

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]