ψύλλιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ψύλλιο | τα | ψύλλια |
| γενική | του | ψύλλιου & ψυλλίου |
των | ψύλλιων & ψυλλίων |
| αιτιατική | το | ψύλλιο | τα | ψύλλια |
| κλητική | ψύλλιο | ψύλλια | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. Συνήθως στον ενικό. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ψύλλιο < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ψύλλιο ουδέτερο
- (φυτό) είδος φυτού (Plantago Psyllium)
- (βιοχημεία) συμπλήρωμα διατροφής για τη ρύθμιση της χοληστερόλης, την καταπολέμηση της δυσκοιλιότητας και του μεταβολικού συνδρόμου
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Psyllium στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ψύλλιον σελ.8001 - ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)