Μετάβαση στο περιεχόμενο

ψύλλιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ψύλλιο τα ψύλλια
      γενική του ψύλλιου
& ψυλλίου
των ψύλλιων
& ψυλλίων
    αιτιατική το ψύλλιο τα ψύλλια
     κλητική ψύλλιο ψύλλια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ψύλλιο < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ψύλλιο ουδέτερο

  1. (φυτό) είδος φυτού (Plantago Psyllium)
  2. (βιοχημεία) συμπλήρωμα διατροφής για τη ρύθμιση της χοληστερόλης, την καταπολέμηση της δυσκοιλιότητας και του μεταβολικού συνδρόμου

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Psyllium στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]