ψύλλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ψύλλος οι ψύλλοι
      γενική του ψύλλου των ψύλλων
    αιτιατική τον ψύλλο τους ψύλλους
     κλητική ψύλλε ψύλλοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψύλλος < αρχαία ελληνική ψύλλος ή ἡ ψύλλα[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpsi.lɔs/
συλλαβισμός: ψύλ‐λος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψύλλος αρσενικό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψύλλος < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψύλλος αρσενικό (και ψύλλα)

Πηγές[επεξεργασία]