ψύχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ψήχω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψύχω < αρχαία ελληνική ψύχω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψύχω (παθητική φωνή: ψύχομαι)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψύχω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰes- (παραπέμπει σε σχετικά με πνοή, φύσημα, κοινό στην ψυχή και στην ψύξη) ή προελληνικής ετυμολογικής προέλευσης

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψύχω

  1. ψύχω, αερίζω, δροσίζω, ψυχραίνω
    καὶ τὸ πῦρ ἐψυγμένον τὸ περὶ τὰ θύματα εἴη,
  2. φυσώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας ψύχω ψύχομαι
Παρατατικός ἔψυχον
Μέλλοντας ψύξω ψυχθήσομαι/ψυγήσομαι/ψυχήσομαι
Αόριστος ἔψυξα ἐψύχθην/ἐψύχην/ἐψύγην
Παρακείμενος ἔψυχα ἔψυγμαι
Υπερσυντέλικος
Συντελ.Μέλλ.


Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • το υ βραχύ στο μέλλοντα ψυγήσομαι-χησομαι και στον αόριστο ἐψύχην

Σύνθετα[επεξεργασία]