Μετάβαση στο περιεχόμενο

ψώμμα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ψώμα, ψόμα, ψόμμα

Κρητικά (el-crt)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ψώμμα ουδέτερο (πληθυντικός: ψώμματα)

  • το ψέμα
      Ἀμέτε στό Δημαρχεῖο νά δεῖτε ἀνέ σάσε λέω ψώμματα
    Γ. Ι. Μαράντης (Καφφετζάκης), Το όνειρο του Σταυρούλη, Αθήνα, εκδ. οίκος Ν. Αλικιώτη, 1943, σελ. 107
      Καττέχω, πῶς ἕν ἀγαπᾶς τά ψώμματα. τὸ λοιπὸ λέγω σσου τὴν ἀλήθεια. ποννεῖ μου τὸ δόντι γιὰ τὴ ξαθοῦλλα τὴν Ἁπλοχερίσσα. ζάννουμμου κοκονίσσα, νὰ στεφανώσσης με μὲ τούττην δᾶ
    Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός (Ιακωβάκης), Κορακίστικα, ἠ διόρθωσις τῆς Ῥὠμαϊκής γλώσσας. Κωμῳδία εἰς τρεῖς πράξαις διαιρεμένη, 1840, σελ. 14
      Ψώμματα λές, διαόλου γυιέ, ἡ γειτονιά σοῦ τὸ πε· 'πές μου σημάδια τοῦ κορμιοῦ ν' ἀνοίξω να 'μπης μέσα «Ἔχεις ἐλῃὰ ἐς τὸ μπράτσο σου καὶ ἐλῃὰ ἐς τὴν ἀμασκάλη» . ἔχεις καὶ εἰς τὸ στῆθός σου τ' ἄστρο καὶ τὸ φεγγάρι»
    Κωνσταντίνος Ν. Κανελλάκης, Χιακά ανάλεκτα, Αθήνα, τυπογρ. Αδελφών Περρή, 1890, σελ. 32

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]