ψώμμα
Εμφάνιση
Κρητικά (el-crt)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ψώμμα ουδέτερο (πληθυντικός: ψώμματα)
- το ψέμα
- ※ Ἀμέτε στό Δημαρχεῖο νά δεῖτε ἀνέ σάσε λέω ψώμματα
- ※ Καττέχω, πῶς ἕν ἀγαπᾶς τά ψώμματα. τὸ λοιπὸ λέγω σσου τὴν ἀλήθεια. ποννεῖ μου τὸ δόντι γιὰ τὴ ξαθοῦλλα τὴν Ἁπλοχερίσσα. ζάννουμμου κοκονίσσα, νὰ στεφανώσσης με μὲ τούττην δᾶ
- Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός (Ιακωβάκης), Κορακίστικα, ἠ διόρθωσις τῆς Ῥὠμαϊκής γλώσσας. Κωμῳδία εἰς τρεῖς πράξαις διαιρεμένη, 1840, σελ. 14
- ※ Ψώμματα λές, διαόλου γυιέ, ἡ γειτονιά σοῦ τὸ πε· 'πές μου σημάδια τοῦ κορμιοῦ ν' ἀνοίξω να 'μπης μέσα «Ἔχεις ἐλῃὰ ἐς τὸ μπράτσο σου καὶ ἐλῃὰ ἐς τὴν ἀμασκάλη» . ἔχεις καὶ εἰς τὸ στῆθός σου τ' ἄστρο καὶ τὸ φεγγάρι»
- Κωνσταντίνος Ν. Κανελλάκης, Χιακά ανάλεκτα, Αθήνα, τυπογρ. Αδελφών Περρή, 1890, σελ. 32