Μετάβαση στο περιεχόμενο

ψῦχος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ψῦχος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰes- (φυσώ)[1]. Ομόρριζο: ψύχω.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ψῦχος, -ους ουδέτερο

  1. το κρύο
  2. ο χειμώνας
  3. ο παγετός
  4. η δροσιά

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ψῦχοςhtm@starling σελ. 146, Τόμος 1ος - Pokorny, Julius (1959) Indogermanisches etymologisches Wörterbuch [Ινδογερμανικό (ινδοευρωπαϊκό) ετυμολογικό λεξικό] (στα γερμανικά). Βέρνη, Μόναχο: Francke Verlag. Τόμοι 13.