ωθηθούμε

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[edit]

ωθηθούμε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωθούμαι
  2. θα ωθηθούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ωθούμαι