Μετάβαση στο περιεχόμενο

ωκεανογράφου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

ωκεανογράφου αρσενικό ή θηλυκό