ωκεανολόγε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

ωκεανολόγε αρσενικό ή θηλυκό

  1. ωκεανολόγος, στην κλητική του ενικού