ωμοβόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωμοβόρος < ελληνιστική κοινή ὠμοβόρος < ὠμός + βορά (< βιβρώσκω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ωμοβόρος, -ος, -ο

  1. (λόγιο) που τρώει ωμά κρέατα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]