ωμοφόριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ωμοφόριο ωμοφόρια
γενική ωμοφορίου ωμοφορίων
αιτιατική ωμοφόριο ωμοφόρια
κλητική ωμοφόριο ωμοφόρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωμοφόριο < ὠμοφόριον στην καθαρεύουσα < ὦμος + φέρω
επίσκοπος που φέρει το ωμοφόριο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ωμοφόριο ουδέτερο

  1. εκκλησιαστικό άμφιο· αποτελείται από μια πλατιά λωρίδα υφάσματος που φοριέται πάνω από τους ώμους και είναι διακριτικό των επισκόπων της ορθόδοξης εκκλησίας

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]