Μετάβαση στο περιεχόμενο

ωμοφόριο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ωμοφόριο τα ωμοφόρια
      γενική του ωμοφορίου
& ωμοφόριου
των ωμοφορίων
    αιτιατική το ωμοφόριο τα ωμοφόρια
     κλητική ωμοφόριο ωμοφόρια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ωμοφόριο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὠμοφόριον (γυναικείο κάλυμμα κεφαλής και ώμων) < ελληνιστική κοινή ὠμοφόρος < αρχαία ελληνική ὦμος + αρχαία ελληνική φέρω
επίσκοπος που φέρει το ωμοφόριο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ωμοφόριο ουδέτερο

  • (εκκλησιαστικός όρος, χριστιανισμός) εκκλησιαστικό άμφιο· αποτελείται από μια πλατιά λωρίδα υφάσματος που φοριέται πάνω από τους ώμους και είναι διακριτικό των επισκόπων της ορθόδοξης εκκλησίας
      Τὸ διακριτικὸ τοῦ ἐπισκόπου ἦταν τὸ ὠμοφόριο πάνω ἀπὸ τὸ φαιλόνιο τοῦ πρεσβυτέρου — ὅπως στὴν ἁγιογραφικὴ παράδοση εἰκονίζονται οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Σήμερα, ἀκόμα καὶ στὴ μικρότερη, τὴν πιὸ φτωχικὴ ἐπισκοπή, ὁ «ἀρχιερέας» καὶ «δεσπότης» ἀνεβαίνει σὲ θρόνο ντυμένος κυριολεκτικὰ σὰν ἐξωγήινος ἀνάμεσα στὴν ἀγροτική ἢ ἐργατικὴ φτωχολογιά: []
    Χρήστος Γιανναράς, Ενάντια στη θρησκεία, εκδόσεις: Ίκαρος, Αθήνα 2006, ISBN 9789609527118, @google.gr/books

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]