ωμότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ωμότητα | οι | ωμότητες |
| γενική | της | ωμότητας | των | ωμοτήτων |
| αιτιατική | την | ωμότητα | τις | ωμότητες |
| κλητική | ωμότητα | ωμότητες | ||
| Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ωμότητα < αρχαία ελληνική ὠμότης < ὠμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ωμότητα θηλυκό
- η ιδιότητα του ωμού, του σκληρού, του απάνθρωπου
- πράξη που έχει αυτή την ιδιότητα
- ※ Ο πόλεμος λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ. Η εικόνα της ρωσικής εισβολής και των μαζικών ωμοτήτων δημιούργησε μια κοινή αίσθηση ιστορικής αλλαγής από τη Σκανδιναβία έως τη Μεσόγειο. (Economist: Όταν τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, ξεκινά ο «εμφύλιος» της Ευρώπης Η Ναυτεμπορική, 30/11/2025 )
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- ωμά (επίρρ.)
- ωμοβόρος (επίθ.)
- ωμόπλινθος (ουσ.)
- ωμός (επίθ.)
- ωμοφάγος (επίθ.)