ωμότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ωμότητα ωμότητες
γενική ωμότητας ωμοτήτων
αιτιατική ωμότητα ωμότητες
κλητική ωμότητα ωμότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ωμότητα < αρχαία ελληνική ὠμότης < ὠμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ωμότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του ωμού, του σκληρού, του απάνθρωπου
  2. πράξη που έχει αυτή την ιδιότητα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]