ωραιοπάθεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωραιοπάθεια < ωραιοπαθής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ωραιοπάθεια θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. το να θαυμάζει κάποιος τον εαυτό του, το να ασχολείται υπερβολικά με την ομορφιά του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αυταρέσκεια, ναρκισσισμός
  2. (σπάνιο) το πάθος με το ωραίο (πχ., στην τέχνη)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]