ωρολόγιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ωρολόγιο τα ωρολόγια
      γενική του ωρολογίου
& ωρολόγιου
των ωρολογίων
& ωρολόγιων
    αιτιατική το ωρολόγιο τα ωρολόγια
     κλητική ωρολόγιο ωρολόγια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωρολόγιο < ὡρολόγιον στην καθαρεύουσα < ελληνιστική κοινή ὡρολόγιον

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.ɾɔ.ˈlɔ.ʝi.ɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ωρολόγιο

ωρολόγιο ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) το ρολόι
  2. εκκλησιαστικό βιβλίο με το κείμενο για τις ακολουθίες των Ωρών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]