ωροσκόπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ωροσκόπος ωροσκόποι
γενική ωροσκόπου ωροσκόπων
αιτιατική ωροσκόπο ωροσκόπους
κλητική ωροσκόπε ωροσκόποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωροσκόπος < ελληνιστική κοινή ὡροσκόπος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ωροσκόπος αρσενικό

  • το ζώδιο και ειδικότερα η μοίρα του ζωδίου που ανατέλλει κατά τη χρονιά της γέννησης ενός ατόμου
Είναι Ζυγός με τον ωροσκόπο του στον Αιγόκερω


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]