Μετάβαση στο περιεχόμενο

ως άνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ως άνω < ως + άνω

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

ως άνω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]