ωσμωτικότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ωσμωτικότητα ωσμωτικότητες
γενική ωσμωτικότητας ωσμωτικοτήτων
αιτιατική ωσμωτικότητα ωσμωτικότητες
κλητική ωσμωτικότητα ωσμωτικότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωσμωτικότητα < ωσμωτικός + -ότητα < γαλλική osmotique < osmose < αρχαία ελληνική ὠσμός < ὠθέω (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ωσμωτικότητα

  1. η συγκέντρωση ωσμωλίων ανά όγκο διαλύματος
    Αρχικά, το μέλι έχει σημαντική αντιμικροβιακή δράση. Η ιδιότητά του αυτή έχει καταγραφεί σε αρκετές επιστημονικές μελέτες και αποδίδεται στην υψηλή ωσμωτικότητα, το χαμηλό pH και την περιεκτικότητά του σε υπεροξείδιο του υδρογόνου και άλλες ενώσεις. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]