ωχριώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωχριώ < αρχαία ελληνικήὠχράω-ὠχρῶ και ὠχριάω-ὠχριῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ωχριώ

  1. γίνομαι ωχρός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κιτρινίζω, χλομιάζω
  2. χλωμιάζω, εξαιτίας ενός έντονου συναισθήματος ντροπής ή φόβου
  3. (μεταφορικά) αισθάνομαι ή είμαι πολύ υποδεέστερος, κατώτερος από άλλον
    Είναι εξαίρετος νομομαθής και ευφυέστατος. Απέναντί του ωχριούν και οι καλύτεροι ποινικολόγοι.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]