όαση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όαση οάσεις
γενική όασης
& οάσεως
οάσεων
αιτιατική όαση οάσεις
κλητική όαση οάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

όαση < αρχαία ελληνική ὄασις < αρχαία αιγυπτιακή wḥ't ( =καζάνι, κοίλωμα, λάκκος) (πβ. Αραβικά: wãḥat)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'ɔ.a.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

όαση θηλυκό

  1. (γεωγραφία) εύφορη περιοχή, με βλάστηση και νερό, μέσα στην έρημο
  2. (μεταφορικά) ευχάριστη κατάσταση, δραστηριότητα ή τόπος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]