όγκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όγκος όγκοι
γενική όγκου όγκων
αιτιατική όγκο όγκους
κλητική όγκε όγκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

όγκος < αρχαία ελληνική ὄγκος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɔŋ.kɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

όγκος αρσενικό

  1. (μαθηματικά) ο χώρος που καταλαμβάνει ένα σώμα
  2. (ιατρική) μη φυσιολογική μάζα που έχει διευρυνθεί εις βάρος του οργανισμού εντός αυτού
  3. (συνεκδοχικά) μεγάλος όγκος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]