όζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η όζα οι όζες
      γενική της όζας
    αιτιατική την όζα τις όζες
     κλητική όζα όζες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

όζα < γαλλική augée

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

όζα θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]