όλμιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

όλμιο < νεολατινική holmium < λατινική Holmia < σουηδική Stockholm (Στοκχόλμη)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

όλμιο ουδέτερο μόνο στον ενικό

  1. (χημεία) μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις λανθανίδες, με ατομικό αριθμό 67 και χημικό σύμβολο το Ho
πτώση ενικός
ονομαστική όλμιο
γενική ολμίου
αιτιατική όλμιο
κλητική όλμιο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]