όλμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όλμος όλμοι
γενική όλμου όλμων
αιτιατική όλμο όλμους
κλητική όλμε όλμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

όλμος < αρχαία ελληνική ὅλμος
στρατιώτες γεμίζουν όλμο στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

όλμος αρσενικό

  1. πυροβόλο μικρού διαμετρήματος που μεταφέρεται εύκολα και χρησιμοποιείται κυρίως από το πεζικό για βολές μεγάλης καμπυλότητας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ολμοβόλο
    συστοιχία όλμων: ολμοστοιχία
  2. βλήμα ολμοβόλου

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • οβίδα όλμου[1]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]