όμιλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ὅμιλος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όμιλος όμιλοι
γενική ομίλου ομίλων
αιτιατική όμιλο ομίλους
κλητική όμιλε όμιλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

όμιλος < (λόγιο) < αρχαία ελληνική ὅμιλος < ὁμοῦ + -ιλος, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική groupe[1] Δείτε και ὁμιλία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɔ.mi.lɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

όμιλος αρσενικό

  1. ομάδα ανθρώπων
  2. νομικό πρόσωπο αθλητικού συνήθως χαρακτήρα (συνήθως η νομική μορφή είναι σωματείο)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]