όντας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ὄντας, οντάς

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

όντας, μετοχή ενεστώτα του ρήματος είμαι· αρχαία ελληνική ὤν, γενική ὄντος

Προφορά[επεξεργασία]

όντας 

Μετοχή[επεξεργασία]

όντας (χρησιμοποιείται και επιρρηματικά χωρίς διάκριση γένους)

  1. με το να είμαι, επειδή είμαι, ενώ είμαι (κ.λπ.)
    όντας απαισιόδοξος, δεν ελπίζει σε τίποτα
  2. παρ' ότι είμαι εδώ
    Με φλέρταρε όντας ο άντρας μου μπροστά! (ενώ ήταν ο σύζυγος παρών)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

όντας < από το μεσαιωνικό ὄντα με κάποια επίδραση του όταν

Μετοχή[επεξεργασία]

όντας

θα το δεις όντας τελειωμένο (όταν είναι τελειωμένο, θα το δεις όταν τελειώσει)