όρνιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ορνιός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όρνιο όρνια
γενική όρνιου όρνιων
αιτιατική όρνιο όρνια
κλητική όρνιο όρνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

όρνιο < μεσαιωνική ελληνική όρνιο < αρχαία ελληνική ὄρνεον < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂oren / *h₃eren (αετός, μεγάλο πουλί)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɔɾ.ɲɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

όρνιο ουδέτερο

  1. (ορνιθολογία) μεγάλο ημερόβιο αρπακτικό πουλί (Gyps fulvus)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπερώνυμα: γύπας
  2. (ορνιθολογία) (κατ’ επέκταση) (γενικότερα) αρπακτικό πτηνό
  3. (υβριστικά) (μειωτικά) χαρακτηρισμός βλάκα, ανόητου ή απρόσεχτου ανθρώπου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]