όσιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

όσιος < αρχαία ελληνική ὅσιος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɔ.si.ɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɔ.ˈsi.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈɔ.si.ɔ/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

όσιος, -ία, -ιο

  1. (σπάνια) που έχει αφοσιωθεί στις θεϊκές απαιτήσεις ή, γενικά, στα θεία
     συνώνυμα: ιερός
  2. (θρησκεία) προσωνυμία μοναχού ή μοναχής που τη μνήμη του/της τιμάει η Ορθόδοξη Εκκλησία

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]