όσπριο
Εμφάνιση
(Ανακατεύθυνση από όσπρια)
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | όσπριο | τα | όσπρια |
| γενική | του | οσπρίου & όσπριου |
των | οσπρίων |
| αιτιατική | το | όσπριο | τα | όσπρια |
| κλητική | όσπριο | όσπρια | ||
| Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- όσπριο < αρχαία ελληνική ὄσπριον
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]όσπριο ουδέτερο
- (συνήθως πληθυντικός) οι αποξηραμένοι σπόροι διαφόρων φυτών (φασόλια, φακές)
- ※ Το φαγητό ήταν υπέροχο, όπως και χτες. Ωμή σαλάτα, ο ζωμός από τα σιγοβρασμένα όσπρια κι από κάτω ο πολτός των οσπρίων, με καυτερή πιπερίτσα, ρίγανη κ.α. μυρωδικά. Με τόσο νόστιμα χορτοφαγικά γεύματα, και κρεοφάγος αν ήσουν, θα εγκατέλειπες για πάντα την κρεοφαγία. (Ευάγγελος Γράψας, Ο Αχρημάς - Μέρος 1, Ο Καλαμάνθρωπος και τα Μαγικά Χαλιά του, εκδ. Ακακία, 2011 )
- ※ Χούμους στο πρωινό των ξενοδοχείων, συνοδευμένο από ψιλοκομμένη αγγουροντοματοσαλάτα που πρόσθετε στη γήινη, χωμάτινη γεύση του οσπρίου ευπρόσδεκτη δροσιά.
- Κοσμάς Βίδος, Βάλε κι άλλο χούμους στο τραπέζι, Το Βήμα, 9 Φεβρουαρίου 2014
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] όσπριο
|