όσπριο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όσπριο όσπρια
γενική οσπρίου οσπρίων
αιτιατική όσπριο όσπρια
κλητική όσπριο όσπρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

όσπριο < αρχαία ελληνική ὄσπριον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

όσπριο ουδέτερο

  1. (συνήθως πληθυντικός) οι αποξηραμένοι σπόροι διαφόρων φυτών (φασόλια, φακές)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]